Βιοκαύσιμα πηγή προβλήματος η εξιλαστήριο θύμα!

Βιοκαύσιμα πηγή προβλήματος η εξιλαστήριο θύμα!

Ο αρχικός ενθουσιασμός για την θέσπιση των πολιτικών για τα βιοκαύσιμα σε Ευρώπη και ΗΠΑ καθώς και η καθολική σχεδόν αποδοχή της οποίας έτυχαν τα σχετικά μέτρα προώθησής τους, φαίνεται πως σταδιακά υποκαθίστανται από έντονο σκεπτικισμό πάνω στις πιθανές κοινωνικές επιπτώσεις που μπορεί να τις συνοδεύουν. Κύρια αιτία πίσω από την παρατηρούμενη αντιστροφή του κλίματος είναι η συνεχής αύξηση των τιμών βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι, το ρύζι αλλά και τα φυτικά έλαια.

Οι αυξήσεις αυτές, που σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν πια ξεπεράσει το 100% σε σχέση με τις προ διετίας τιμές, δεν αποτελούν άμεσο πρόβλημα για τους κατοίκους των ανεπτυγμένων κρατών οι οποίοι δαπανούν μικρό ποσοστό του εισοδήματός τους για την προμήθεια τροφής. Αντίθετα θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση εκατομμυρίων ανθρώπων σε φτωχότερες περιοχές της γης, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρά το φάσμα του λιμού. Αν και πολλοί ενοχοποίησαν τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς που προέρχονται από βρώσιμες πρώτες ύλες, φαίνεται ότι πλέον αμφισβητείται το συνολικό νόημα της ανάπτυξης των βιοκαυσίμων. Έτσι, ανακύπτει το ερώτημα τού κατά πόσο τα βιοκαύσιμα αποτελούν όντως τη βασική πηγή του προβλήματος ή είναι απλά ένας κρίκος, ευάλωτος μάλιστα στην κριτική, σε ένα ευρύτερο δίκτυο προβλημάτων με πολύπλευρες παγκόσμιες προεκτάσεις.

 

Έως τα μέσα του 2006 οι τιμές των τροφίμων παρουσίαζαν μικρές, όχι ασυνήθιστες μεταβολές, παρά το γεγονός ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων σε Βραζιλία, ΗΠΑ και Ευρώπη εμφάνιζε ήδη έντονα αυξητικές τάσεις. Τα πρώτα σημάδια της «κρίσης» των βιοκαυσίμων εμφανίστηκαν από το τέλος του 2006 και κατά το έτος 2007 όταν οι τιμές βασικών γεωργικών προϊόντων γνώρισαν εντυπωσιακή αύξηση. Σημαντικό γεγονός που ενίσχυσε τις αυξητικές πιέσεις στις τιμές υπήρξε η ανακοίνωση της νέας πολιτικής των ΗΠΑ για τα βιοκαύσιμα στις αρχές του 2007. Η ανακοίνωση αυτή και τα όσα επακολούθησαν πυροδότησαν αντιδράσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το δημοσιευμένο άρθρο του Φιντέλ Κάστρο (29/03/2007) «Βιοκαύσιμα και παγκόσμια πείνα» στο οποίο καταφέρεται ενάντια στη νεοδιατυπωθήσα πολιτική των ΗΠΑ. Το άρθρο αυτό είναι σημαντικό όχι τόσο για το πολιτικό υπόβαθρο από το οποίο ίσως συνοδεύεται, όσο για το γεγονός ότι ήταν η πρώτη τοποθέτηση ενάντια στα βιοκαύσιμα η οποία έτυχε παγκόσμιας προσοχής, εκφράζοντας μάλιστα τις θέσεις ενός κράτους με σημαντικό δυναμικό παραγωγής σακχάρων (α’ ύλη βιοαιθανόλης).

Οι αυξητικές τάσεις των τιμών συνεχίστηκαν καθ’ όλο το 2007 και μοιάζουν να εντείνονται κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008, οπότε και πλήθος φορέων ζητά την επαναξιολόγηση των διεθνών πολιτικών για τα βιοκαύσιμα. Επιστημονικές μελέτες εκτιμούν πως οι αυξήσεις των τιμών των τροφίμων λόγω της χρήσης βιοκαυσίμων μπορεί να οδηγήσει 600εκατομμύρια ανθρώπους επιπλέον στα πρόθυρα της χρόνιας πείνας έως το 2025. Επιστημονική επιτροπή της EEA εξέδωσε δημόσια γνωμοδότηση τον Απρίλιο του 2008 αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη χρήση των βιοκαυσίμων στην Ευρώπη. Η επιτροπή συνέστησε την πραγματοποίηση μιας νέας διεξοδικής μελέτης σχετικής με το περιβαλλοντικό ρίσκο και τα πλεονεκτήματα της χρήσης των βιοκαυσίμων καθώς και την αναστολή της αύξησης του ποσοστού υποκατάστασης των ορυκτών καυσίμων με βιοκαύσιμα (έχει αποφασιστεί να ανέλθει στο 10% έως το 2020). Τον ίδιο μήνα ο ΟΗΕ, δια στόματος του ειδικού συμβούλου του για το πρόβλημα της πείνας Jean Ziegler, εξέφρασε την άποψη ότι οι ΗΠΑ και η ΕΕ πορεύονται ένα «εγκληματικό μονοπάτι» συνεισφέροντας στην αύξηση των τιμών των τροφίμων χρησιμοποιώντας βρώσιμες καλλιέργειες ως βιοκαύσιμα (UN 2008). Αντίστοιχες θέσεις εξέφρασε και η Παγκόσμια Τράπεζα δια στόματος του προέδρου της ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «οι ανάγκες για αιθανόλη και άλλα βιοκαύσιμα είναι ένας σημαντικός παράγοντας αύξησης των τιμών των τροφών» ενώ «οι ξηρασίες, οι κερδοσκόποι και η αύξηση των αναγκών σε τρόφιμα έχουν δημιουργήσει μια απόλυτη καταιγίδα αυξήσεων των τιμών». Σε αντιπαραβολή με τα παραπάνω έρχεται ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δια στόματος της επιτρόπου αγροτικής πολιτικής Φίσερ Μποελ, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «βρίσκονται σημαντικότεροι παράγοντες πίσω από τις αυξήσεις των τιμών».

Μια σύντομη μελέτη των στοιχείων δείχνει πως η «δαιμονοποίηση» των βιοκαυσίμων είναι μάλλον υπερβολική. Για παράδειγμα, ενώ οι τιμές των βασικών τροφίμων πολλαπλασιάστηκαν την τελευταία διετία, η τιμή της ζάχαρης, βασικής πρώτης ύλης παραγωγής βιοαιθανόλης, παρουσίασε έντονες μεν διακυμάνσεις αλλά γενικά παρέμεινε σε σταθερά επίπεδα κατά το ίδιο διάστημα. Το πρόβλημα το οποίο παρατηρείται σήμερα τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας των βιομηχανιών βιοκαυσίμων παγκοσμίως. Η λειτουργία των βιομηχανιών αυτών για πολλά χρόνια δεν διέπονταν από τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς αλλά από εθνικές πολιτικές και τα συμφέροντα ορισμένων μεγάλων εταιριών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του καλαμποκιού και της σόγιας που χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς στις ΗΠΑ ως πρώτες ύλες έναντι άλλων πιθανώς αποδοτικότερων πρώτων υλών λόγω ισχυρών πολιτικών πιέσεων που άσκησαν οι παραγωγοί σε συνεργασία με την Archer Daniels Midland Company (ADM), τη μεγαλύτερη παραγωγό εταιρία αιθανόλης στις ΗΠΑ.

 

Φυσικά δεν αποτελούν μόνο τα βιοκαύσιμα παράγοντες αυξητικών πιέσεων των τιμών των τροφών. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ασφαλώς και συνδέεται με αυτήν των τιμών των τροφίμων είτε άμεσα, επιδρώντας στο κόστος παραγωγής και εμπορίας, είτε έμμεσα δημιουργώντας παγκόσμιες πληθωριστικές τάσεις. Παράλληλα η κάμψη των δυτικών οικονομιών και ιδιαίτερα αυτής των ΗΠΑ η οποία προκάλεσε την πτώση της τιμής του δολαρίου, έχει εξωθήσει επενδυτικά κεφάλαια στην αγορά υλικών αγαθών μεταξύ των οποίων και βρώσιμα προϊόντα. Η προσδοκία υψηλών κερδών μέσω τέτοιων επενδυτικών πρακτικών αναπόφευκτα πυροδοτεί φαινόμενα κερδοσκοπίας τα οποία οδηγούν σε περαιτέρω αυξήσεις των τιμών των τροφίμων. Το αν και σε πιο ποσοστό οι υψηλές τιμές των τροφίμων αποδειχθούν άλλη μια οικονομική «φούσκα» μένει να αποδειχθεί. Εκτός αυτών, σημαντικότερο ίσως απ’ όλα είναι το στοιχείο των ίδιων των ανθρώπινων αναγκών σίτισης. Ο πληθυσμός της Γης μεγαλώνει συνεχώς ενώ παράλληλα η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου αναπτυσσόμενων χωρών οδηγεί σε αλλαγές των διατροφικών συνηθειών των πληθυσμών τους. Έτσι η στροφή στην κατανάλωση περισσότερου κρέατος σε χώρες «πληθυσμιακούς γίγαντες» όπως η Κίνα και η Ινδία, οδηγεί σε γεωμετρική αύξηση της ζήτησης σιτηρών και δημητριακών αφού για την παραγωγή ενός κιλού κρέατος χρειάζονται πολλαπλάσια κιλά ζωοτροφών.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω καθίσταται εμφανές πως τα βιοκαύσιμα σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με το πρόβλημα της αύξησης των τιμών των τροφίμων το οποίο, εφόσον παραταθεί, θα οδηγήσει σε έξαρση της πείνας, μαζικά στον αναπτυσσόμενο και πιο περιορισμένα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Δεν αποτελούν όμως ούτε τη γενεσιουργό αιτία του ούτε τον κύριο παράγοντα ρύθμισης των τιμών των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η στοχοποίηση των βιοκαυσίμων ως «πηγή του κακού» μοιάζει σαν μια ακόμα προσπάθεια αποποίησης ευθυνών και εξεύρεσης ενός αποδιοπομπαίου τράγου και γι’ αυτούς τους λόγους θα πρέπει να προβληματίζει.

Του Γιώργου Φονταρά
Μέλους ομάδας ART