Βιοκαύσιμα

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία έντονη κινητικότητα σχετικά με την εξεύρεση εναλλακτικών, προς τα ορυκτά καύσιμα, πηγών ενέργειας. Η χρήση των υβριδικών συστημάτων, είναι σε θέση να μειώσει αισθητά τη κατανάλωση καυσίμου, ωστόσο συνεχίζει να στηρίζεται στον ανεφοδιασμό των κινητήρων με βενζίνη. Έχοντας μάλιστα και ως δεδομένο πως αυτή τη στιγμή σε παγκόσμια κλίμακα καταναλώνουμε πέντε φορές περισσότερο πετρέλαιο από αυτό που ανακαλύπτουμε, αντιλαμβανόμαστε πως πολύ σύντομα τα ορυκτά καύσιμα δεν θα επαρκούν. Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε πως δύο τεράστιες σε έκταση και πληθυσμό χώρες (Κίνα, Ινδία) τώρα έχουν αρχίσει να εισέρχονται στο παιχνίδι της ανάπτυξης, τότε οι προβλέψεις τόσο για τα αποθέματα του πετρελαίου, όσο και για τη περιβαλλοντική επιβάρυνση, γίνονται ακόμη πιο δυσοίωνες.

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της χρήσης των βιοκαυσίμων (βιοντίζελ, βιοαιθανόλη) μπορεί στη αρχή να φάνηκε ως μία πραγματικά σωτήρια λύση, στη πορεία όμως φάνηκαν οι αρνητικές πλευρές τους. Η παραγωγή των βιοκαυσίμων γίνεται χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη φυτικά προϊόντα, όπως το καλαμπόκι, τα ζαχαρότευτλα, οι πατάτες και τα δημητριακά. Με τη κατάλληλη επεξεργασία παίρνουμε ως τελικό προϊόν τα βιοκαύσιμα, τα οποία αφενός έχουν την ίδια ενεργειακή απόδοση με αυτή των ορυκτών καυσίμων, αφετέρου μετά τη καύση τους η έκλυση CO2 είναι πολύ λιγότερη. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά όσο φαίνονται.

Η παραγωγή της πρώτης ύλης παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Αφενός το κόστος είναι αρκετά υψηλό, αφετέρου η στρεμματική απόδοση είναι ακόμη ιδιαίτερα χαμηλή. Σε ότι αφορά το κόστος, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και τις τεράστιες ποσότητες νερού που πρέπει να καταναλωθούν προκειμένου να αρδευτούν τα χωράφια όπου θα γίνεται η παραγωγή της πρώτης ύλης. Με δεδομένη μάλιστα την έντονη λειψυδρία που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, αντιλαμβανόμαστε πως ακόμη και η παραγωγή τροφίμων αγαθών, παρουσιάζει δυσκολίες.   Αν σε αυτό προσθέσουμε τη μικρή στρεμματική απόδοση, η οποία θα οδηγήσει στην αποψίλωση τεράστιων δασικών εκτάσεων ανά το κόσμο με σκοπό γίνουν καλλιεργήσιμη γή, τότε η λύση των βιοκαυσίμων φθίνει ακόμη περισσότερο.

Άλλωστε η αποψίλωση των δασών, εκτός από τις κοινωνικές και οικονομικές αναταραχές που θα προκαλέσει στις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες συνήθως είναι υπό ανάπτυξη, θα καταστρέψει και τους πλέον σημαντικούς πνεύμονες του πλανήτη. Από τη μία δηλαδή θα έχουμε τη παραγωγή βιοκαυσίμων, άρα μικρότερες εκπομπές CO2, από την άλλη δεν θα υπάρχουν οι δασικές εκτάσεις οι οποίες απορροφούν το CO2 και μέσω της φωτοσύνθεσης, χρησιμοποιούν τον άνθρακα και απελευθερώνουν στην ατμόσφαιρα το οξυγόνο.

Μπορεί βέβαια η Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει θέσει ως στόχο το 2010 το 5.75% να είναι βιοκαύσιμα, κάτι τέτοιο όμως θα είναι εφικτό μόνο αν η δεύτερη γενιά βιοκαυσίμων αποδώσει τα αναμενόμενα. Το Sun diesel το οποίο στη ουσία είναι ο αντικαταστάτης του βιοντίζελ καθώς και η βιοαιθανόλη δεύτερης γενιάς η οποία θα προέρχεται από λιγνοκυτταρίνη, θα χρησιμοποιούν βιομάζα, με σκοπό τη κατακόρυφη αύξηση της  στρεμματικής απόδοσης. Παράλληλα τόσο η επεξεργασία τους, όσο και η καύση τους θα εκλύει κατά 80% λιγότερο CO2 καθιστώντας τους εκτός από οικονομικότερα και πιο φιλικά προς το περιβάλλον. Ωστόσο η δεύτερη γενιά των βιοκαυσίμων βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο και η ευρεία παραγωγή τους δεν αναμένεται πριν από το 2015.

Από τα παραπάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η χρήση των βιοκαυσίμων με τη σημερινή μορφή και τον σημερινό τρόπο παραγωγής, σαφώς και δεν αποτελεί λύση ούτε σε οικονομικό, αλλά ούτε και σε οικολογικό επίπεδο. Και μπορεί κάποιες από τις αυτοκινητοβιομηχανίες να επενδύουν στη χρήση των βιοκαυσίμων, αυτό όμως γίνεται με χρονικό ορίζοντα δεκαετίας. Όταν δηλαδή τα βιοκαύσιμα δεύτερης ή ίσως και τρίτης γενιάς έρθουν στο προσκήνιο, έχοντας λύσει αφενός το κόστος τους, αφετέρου την οικολογική παραγωγή τους.

του Σωτήρη Βουτσελά