Θόριο – το ασφαλές πυρηνικό καύσιμο του μέλλοντος;

Θόριο – το ασφαλές πυρηνικό καύσιμο του μέλλοντος;

Ερευνητές του CERN, αλλά και ο πρώην επιθεωρητής του ΟΗΕ Χανς Μπλιξ, το θεωρούν ως τη λύση στο ενεργειακό πρόβλημα του πλανήτη.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΡΜΑΚΗΣ

Όλο και κοντύτερα στη χρήση του θορίου ως πυρηνικού καυσίμου βρίσκεται η ανθρωπότητα, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του συνεδρίου που ολοκληρώθηκε την Πέμπτη στις εγκαταστάσεις του CERN. Όπως ανακοίνωσαν οι διοργανωτές, η Κίνα και η Ινδία είναι οι πρωτοπόροι στην έρευνα και τον πειραματισμό της χρήσης του θορίου αντί για ουράνιο, ενώ από κοντά ακολουθούν με αντίστοιχες πρωτοβουλίες ΗΠΑ, Ρωσία, Ευρώπη, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Νορβηγία.

Στο CERN’s Thorium Energy Conference 2013 (ThEC13) συμμετείχαν επιστήμονες από 32 χώρες και συζήτησαν την μέχρι στιγμής πρόοδο των ερευνών που εξετάζουν τη χρήση του όχι μόνο ως εναλλακτικού πυρηνικού καυσίμου, αλλά και ως μέσο για την καταστροφή πυρηνικών αποβλήτων.

Διαβάστε ακόμη: Αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας κατά 50% ως το 2030

Το θόριο είναι ένα ορυκτό ραδιενεργό μέταλλο που βρίσκεται στη γη σε ποσότητα τέσσερις φορές μεγαλύτερη από εκείνη του ουρανίου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενέργειας χωρίς να έχει τα μειονεκτήματα των σημερινών πυρηνικών καυσίμων. Ανακαλύφθηκε το 1828 από τον Νορβηγό μεταλλειολόγο Morten Thrane Esmark, αναγνωρίστηκε από τον Σουηδό χημικό Jφns Jakob Berzelius και πήρε το όνομά του από τον Θωρ, τον Σκανδιναβό θεό του κεραυνού.

CERN_Conf.jpg
Oι συμμετέχοντες στο συνέδριο ThEC13 στο CERN. Συμμετείχαν επιστήμονες από 32 χώρες

Διαβάστε ακόμη: «Ηλεκτρονικό αίμα» υπολογιστών από την IBM

«Μας δίνει τη λύση προς μία ασφαλή και καθαρή πυρηνική ενέργεια» δήλωσε ο Jean-Pierre Revol, πρόεδρος του ThEC13. «Όλο και περισσότεροι επιστήμονες ασχολούνται με την αξιοποίησή του. H συμμετοχή τους σε συνέδρια σαν αυτό δείχνει ότι μια πραγματικά σημαντική πολυεθνική προσπάθεια έχει ήδη ξεκινήσει προς αυτή την κατεύθυνση».

Το CERN ερευνά το θόριο ήδη από τη δεκαετία του ’90 με επικεφαλής επιστήμονα τον τότε γενικό διευθυντή του, και κάτοχο βραβείου Νομπέλ Φυσικής, Carlo Rubbia.

Σε σχέση με τους κλασικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, ένας που είναι βασισμένος στο θόριο έχει τα εξής πλεονεκτήματα:

– Σε περίπτωση ατυχήματος η σχάση σταματά μόνη της. Στη Φουκουσίμα δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσει και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με καταστροφικά αποτελέσματα.
– Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή πυρηνικών όπλων.
– Τα απόβλητά του είναι ραδιενεργά για 400-500 χρόνια (αντί για δεκάδες χιλιάδες του ουρανίου).
– Δεν χρειάζεται εμπλουτισμό (όπως το πλουτώνιο) για να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο.

Γιατί όμως, ενώ η ύπαρξη του θόριου ήταν γνωστή όλα αυτά τα χρόνια, δεν χρησιμοποιήθηκε εξαρχής ως πυρηνικό καύσιμο; Η απάντηση σχετίζεται με το ότι το ουράνιο και το πλουτώνιο προσέφεραν, παράλληλα, τη δυνατότητα κατασκευής όπλων, τα οποία ήταν η αιχμή του δόρατος του οπλοστασίου των υπερδυνάμεων για δεκαετίες. Έτσι, μεγάλο μέρος της έρευνας ήταν κοινή και για τους δύο σκοπούς και εξοικονομούνταν τεράστια κεφάλαια. Με άλλα λόγια, κανείς δεν βρήκε συμφέρουσα την ανάπτυξη τεχνολογίας με βάση το θόριο διότι αυτό δεν είχε στρατιωτικές εφαρμογές. Για αυτό ακόμα και σήμερα η έρευνά του βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο.

Στη συζήτηση μπήκε πριν από λίγες μέρες και ο Σουηδός πρώην επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας Χανς Μπλιξ, ο οποίος δήλωσε στο BBC πως είναι καιρός οι επιστήμονες να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στο θόριο ως καύσιμο. Παρότι ο ίδιος δεν έχει επιστημονική γνώμη (είναι νομικός), δηλώνει πως με βάση την εμπειρία του από την ΙΑΕΑ και τις εκθέσεις των συνεργατών του, έχει πειστεί πως είναι η πλέον ενδεδειγμένη λύση και πως τα οφέλη θα είναι σημαντικά. Στο πλευρό του βρίσκονται και Βρετανοί επιστήμονες του National Nuclear Laboratory (NNL) που συμμετέχουν τόσο στο πρόγραμμα του αντιδραστήρα θορίου της Ινδίας όσο και σε ένα νορβηγικό πρόγραμμα δοκιμών.

Διαβάστε ακόμη: Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στο «τραπέζι» των διαπραγματεύσεων

Στο Halden της Νορβηγίας βρίσκεται ένας πυρηνικός αντιδραστήρας που χρησιμοποιείται μόνο για δοκιμές -η χώρα δεν διαθέτει πυρηνικά εργοστάσια- για λογαριασμό ιδιωτικής εταιρείας που σκοπεύει να πατεντάρει μια μέθοδο χρήσης του θορίου σε υπάρχοντες αντιδραστήρες, μαζί με ουράνιο. Από τους μεγάλους ωφελημένους θα είναι χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία -που διαθέτει 16 πυρηνικούς αντιδραστήρες και παράγει σε αυτούς το 20% της ηλεκτρικής της ενέργειας- η οποία δεν θα χρειαστεί να κατασκευάσει εκ του μηδενός νέες εγκαταστάσεις.

Ολόκληρη η ανατολική ακτή της Ινδίας, μια τεράστια σε μέγεθος έκταση, έχει αυτό το υλικό σε αφθονία. Η χώρα σκοπεύει να βασίσει σε αυτό την ενεργειακή αυτονομία της για τέσσερις αιώνες και οι επιστημονικές της δημοσιεύσεις με θέμα το θόριο είναι περισσότερες από κάθε άλλης χώρας.

Τα περισσότερα χρήματα όμως τα διαθέτει η Κίνα που ήδη κατασκευάζει έναν αντιδραστήρα βασισμένο στο θόριο και απασχολεί 140 διδάκτορες επιστήμονες στο ερευνητικό κέντρο της Σαγκάη – σκοπεύει να τους κάνει 750 ως το 2015. Πρόσφατα τους επισκέφθηκαν επιστήμονες του βρετανικού ΝΝL και τα μέλη του δήλωναν εντυπωσιασμένα πως πρέπει να περιμένουμε σημαντικές εξελίξεις από τους Κινέζους.

Ωστόσο, κι εδώ συμβαίνει ότι και με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και το πετρέλαιο. Τα συμφέροντα είναι μεγάλα, τα ποσά που έχουν ήδη επενδυθεί στις τρέχουσες τεχνολογίες είναι τεράστια και εκείνοι που επιθυμούν να συνεχίσει η κατάσταση ως έχει είναι, προς το παρόν, περισσότεροι.

Επιπλέον, τα πλεονεκτήματα του θορίου δεν έχουν επαληθευτεί επαρκώς και σε μεγάλη κλίμακα και η τεχνολογία που θα το καταστήσει συμφέρον είναι, σύμφωνα με πολλούς, δεκαετίες μακριά.

Οι δε οικολογικές οργανώσεις δεν βλέπουν στο θόριο κάτι διαφορετικό και υπενθυμίζουν πως αν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είχαν λάβει έστω και ένα κλάσμα των χρημάτων που έχουν διατεθεί στις έρευνες για τα πυρηνικά, θα ήταν και φθηνότερες και πιο διαδεδομένες. Τονίζουν πως η συζήτηση για το θόριο αποπροσανατολίζει από τον πραγματικό στόχο που είναι η άμεση μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα το οποίο σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή.

Φωτογραφίες: Anna Pantelia/CERN