Οικολογικά καύσιμα από… ηλίανθο

Οικολογικά καύσιμα από… ηλίανθο

Τα μυστικά της ενεργειακής καλλιέργειας που εγγυάται σίγουρο εισόδημα για όσους αγρότες την επιλέγουν. Ολοένα και περισσότεροι παραγωγοί στρέφονται στον «Ηelianthus». 

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (στοιχεία 2010), η παραγωγή του ηλιελαίου παρουσιάζει αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια, ξεπερνώντας παγκοσμίως τους 10 εκατομμύρια τόνους, ενώ η Ευρώπη αντιπροσωπεύει πάνω από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής.

Στην Ε.Ε., οι χώρες με τη μεγαλύτερη παραγωγή ηλιελαίου, όπως επισημαίνεται στην εργασία του Γεωπονικού, είναι η Γαλλία, η Ισπανία και η Ρουμανία και ακολουθούν η Ολλανδία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Βουλγαρία. Χαρακτηριστικό της στροφής στον ηλίανθο που παρατηρείται στην Ελλάδα είναι το γεγονός ότι, κατά το 2010, στη Λάρισα η καλλιέργεια του φυτού ανήλθε στα 8.500 στρέμματα, έναντι 3.000 στρεμμάτων, καταγράφοντας αύξηση 80%.

Μάλιστα, σύμφωνα με τη διεύθυνση αγροτικής ανάπτυξης της Λάρισας, εφέτος υπογράφηκαν 274 συμβάσεις για 8.284 στρέμματα, ενώ πέρυσι είχαν υπογραφεί 1 12 συμβάσεις για 3.280 στρέμματα. Τι πρέπει να γνωρίζουν οι επίδοξοι καλλιεργητές; Κατ΄ αρχας, ότι, εάν έχει προηγηθεί καλλιέργεια σιταριού, η απόδοση του φυτού θα είναι πολλαπλάσια. Λόγω του μεγάλου βάθους του ριζικού του συστήματος, επίσης, ο ηλίανθος εκμεταλλεύεται καλύτερα τα αποθέματα του νερού και, κατά συνέπεια, η παραγωγή μεγιστοποιείται.
bioenergy-or-biofuel
Η φυτεια δεν θα πρεπει να ποτίζεται περισσότερες από τρεις με πέντε φορές σε διάστημα 4060 ημερών, ενώ το τελευταίο πότισμα θα πρέπει να πραγματοποιείται στα μέσα Ιουλίου, ώστε τα νερά να καταλήγουν στις αντλίες βαθέων φρεατίων (πο-μώνες) και το νερό να αξιοποιείται με τον καλύτερο τρόπο. Το κόστος ανέρχεται από 30 έως 60 ευρώ το στρέμμα, αποτελεί συνάρτηση των εισροών και του ύψους του ενοικίου και δεν απαιτεί εργατικά έξοδα, όπως, επί παραδείγματι, η καλλιέργεια του βαμβακιού, για την οποία απαιτούνται εκτεταμένες σκαλι-στικές ενέργειες.

Ενδεικτικά, με εφικτό στόχο παραγωγής της τάξης των 500 κιλών ανά στρέμμα, ο παραγωγός μπορεί να εξασφαλίσει εισόδημα από 75 έως 1 25 ευρώ ανά στρέμμα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η απόδοση των χρημάτων που έχουν επενδυθεί θα κυμανθεί από 20% μέχρι και 50% και το ανά στρέμμα κέρδος από 1 5 μέχρι και 65 ευρώ. Ψηλό φυτό, με μεγάλα, ωοειδή, οδοντωτά στην περιφέρεια φύλλα και τριχωτά. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας, η κεφαλή του (επιστημονικά αποκαλείται ταξιανθία) ακολουθεί τον ήλιο και στρέφεται το πρωί προς την Ανατολή. Η κίνηση αυτή, που οφείλεται σε κάμψη του βλαστού, παύει μετά την άνθηση και τη γονιμοποίηση των ανθέων και τα κεφάλια παραμένουν στραμμένα προς την Ανατολή.

Η… παραπάνω «χορογραφία» ανήκει στον ηλίανθο, το φυτό που έχει πάψει να καλλιεργείται μαζικά στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, παρότι αποτελεί πηγή αμύθητων οικονομικών και όχι μόνο υπεραξιών. Δημοσιογραφική υπερβολή; Μάλλον όχι, καθώς, χάρη στον «Helianthus», υπάρχει το ηλιέλαιο αλλά και οι ηλιόσποροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ψωμιού και σε πολύ μικρό μέγεθος ως πτηνοτροφή. Οι σπόροι του, αλεσμένοι, χρησιμοποιούνται για την παρασκευή αφεψήματος που μοιάζει με τον καφέ, ενώ ωμοί και άψητοι παρουσιάζουν μεγάλες θεραπευτικές ιδιότητες, με ευεργετικές συνέπειες σε περιπτώσεις βήχα, φαρυγγίτιδας ή κρυολογήματος.

Το καλύτερο όλων; Οι ηλιούχοι σπόροι του αποτελούν ιδανική ΄ πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοκαυσίμων, που προέρχονται από κομμάτια ξύλου, οργανικά προϊόντα ή από φυτά. Μάλιστα, κατά την καύση του βιοντίζελ που προέρχεται από τον ηλίανθο, εκλύεται στην ατμόσφαιρα μόνο το διοξείδιο του άνθρακα που το φυτό έχει απορροφήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας και, κατά συνέπεια, συμβάλλει στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου.

Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει θέσει στόχο έως το 2020 τα βιοκαύσιμα να αντιπροσωπεύουν το 10% της αγοράς καυσίμων και ένα στρέμμα ηλίανθου να έχει υπολογιστεί ότι παράγει κατά μέσο όρο από 43 έως 75 λίτρα βιοντίζελ, η καλλιέργεια του «χρυσοφόρου» αυτού φυτού φαίνεται να επιστρέφει δυναμικά τα τελευταία χρόνια στον θεσσαλικό κάμπο. Ακόμα ένα από τα πλεονεκτήματα του ηλιάνθου είναι ότι αποτελεί επένδυση ιδιαίτερα «χαμηλού ρίσκου» για τους αγρότες, επειδή, όπως αναφέρουν ειδικοί γεωπόνοι στο «Κ», έχει χαμηλό κόστος. Δεν απαιτείται, δηλαδή, παρά ο μισός προϋπολογισμός σε σχέση με την καλλιέργεια βαμβακιού και το ένα τρίτο των χρημάτων σε σύγκριση με το καλαμπόκι. Και, με δεδομένη τη μεγάλη ζήτησή του από τη βιομηχανία, όπως και τη στροφή 180 μοιρών προς τα ενεργειακά φυτά, η καλλιέργεια του ηλιάνθου στις περισσότερες των περιπτώσεων συμβασιοποιείται, εξασφαλίζοντας σταθερά κέρδη για τον παραγωγό.

Και είναι τόσο μεγάλο το επιχειρηματικό ενδιαφέρον, που, κατά βάση, οι ενδιαφερόμενες εταιρείες σε συνεργασία με τα γεωπονικά γραφεία στους κατά τόπους νομούς και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς προσεγγίζουν τους αγρότες, προσφέροντας συμβόλαια. Σε ποια τιμή κλείνονται τα «deals»; Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση της Καλαμπάκας, όπου η τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών έχει συμφωνήσει με εταιρεία αποζημίωση ύψους 42,5 λεπτών ανά κιλό.